Dear Friend,

It wasn’t a greater cause that kept me going my dearest friend, it was the sheer terror inside my heart, I was not courageous, I was fear driven and no higher motivation ever led my decisions. The truth is I never connected to the world around me, to the people in it, to the little things or the moment. But if I ever ran in the middle of night to ease your tears, if when you felt sick I washed your clothes and if I ever bought you food, it’s because I have no other way to show you my gratitude for being around me, that I consider you a friend.

And if I ever done you wrong, I must apologise. My intentions have never been wicked, they have only been driven, like my whole life, by fear. If I ever done you wrong it was because I’m not connected to the things around me anymore. I like passing by but never leave my mark anywhere.

I don’t want to be remembered. I don’t want to exist. I’m the space between what I’d like to be and what others made of me. Just let me be at ease, let me vanish into thin air, let me disappear between the cracks on the wooden floor of an apartment, where the lights are off and the sound of someone’s slippers on the hall reminds me that I don’t exist.

Today I’m mixed up, like someone who thought something and then lost it.

Today I’m torn between the allegiance I owe to the kindness I received and something real outside me.

It’s almost as I’ve lived a thousand lives, as If thousands of demons curled up in my heart and fell asleep. And If I ever done you wrong, I must apologise, it is them who woke up.

I don’t know who I am, because the truth is I’ve never been anywhere. I only came to the world to set up the props for a tragedy.

Dear friend, I just want you to be happy. I want everybody to know the warmth of your smile, to feel the way I felt when I was at your presence.


large (4)


Τι κάνεις όλον αυτόν τον καιρό. Μέρος 1ο.

Ας πάρουμε τα γεγονότα από την αρχή. Αποφάσισες που λες τον Αύγουστο να πας Ελλάδα. Είπες αξίζουν τα 400 ευρώ, θα τρως ρίζες και πέτρες όταν γυρίσω πίσω αλλά δεν πειράζει, τουλάχιστον θα χεις μαυρίσει και δε θα δείχνεις σα να ξέρασε απάνω σου ο ασβεστοκουβάς, δε θα σε ρωτάει ο κόσμος από ποιο νεκροτομείο το έσκασες κι αν έχεις inside information για το zombie apocalypse.

Κι όπως πάντα η σχέση σου με τα αεροδρόμια, ανύπαρκτη. Πού πάω; Τι κάνω; Και τι θα απογίνω; Σέρνεις βαλίτσα, σου λέει η κυρία στην επιβίβαση. «ΑΧ ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΧΕΙΡΑΠΟΣΚΕΥΗ! Αλλιώς θα πρέπει να πλερώσετε.» Ότι ρε φίλη γυναίκα είσαι και περίμενες να καταλάβει ότι δεν είναι και πολύ βολικό να πρέπει να κατεβάσεις ολόκληρη τη βαλίτσα από το καμπινάκι, το οποίο ΔΕΝ φτάνεις και κάποιος θα πρέπει να σε βοηθήσει, για να πάρεις μια σερβιέτα.

«Ναι γεια σας συγνώμη μου κατεβάζετε λίγο τη βαλίτσα γιατί αιμορραγεί το πολύτιμο μου και καταλαβαίνετε. Μη σας τα κάνω όλα εδώ μέσα το χώμα βάφτηκε κόκκινο.» Βολικό.

Κάθεσαι δίπλα και σε μία που ΄χει ipad, iphone, iwatch, igamisou ύφος και φοράει γυαλιά ηλίου στις 6 το πρωί…ΟΤΙ ΣΕ ΓΚΑΒΩΝΕΙ ο τροπικός πρωινός ήλιος της Σκωτίας. Έφτασες Ελλάδα, πέρασες 2 μέρες στα μαγαζιά να ψάχνεις μαγιό γιατί μη ξεχνάς άπαξ κι έχεις λίγο βυζί παραπάνω ή πλάτες, ή μεγάλο κώλο οι πιθανότητες να βρεις μαγιό είναι όσες εκείνες να κερδίσεις το λαϊκό λαχείο, για να κάνεις 1 ολόκληρο μπάνιο, αλλά παράπονο δεν έχεις έφαγες τόσο καρπούζι που ακόμα το κατουράς κι ήπιες τόσους καφέδες στον ήλιο που εκεί στα καφεκοπτεία θα χουν έστω μια κορνίζα σου.

Το χάιλαϊτ φυσικά ήταν ο γάμος της μεγάλης σου αδελφής – βάφτιζε και γιο – και που παραλίγο να πεθάνεις στο τακούνι απάνω γιατί τακούνι και κατσάβραχο μόνο αν είσαι η κατγούμαν. Κι εσύ είσαι κατγούμαν Περσίας, χοντρή και τριχωτή. Φυσικά το επόμενο πρωί έπρεπε να αναχωρήσεις για τη Ξένη Χώρα, ζώντας το δράμα του, ήπια όλον τον Βόσπορο εχτές κι έτρεχες πανικόβλητη πάνω κάτω στο αεροπλάνο και σε κάποια στιγμή βαρέθηκες κι απλά κατασκήνωσες στην τουαλέτα, όχι τίποτα άλλο, ήταν κι η πτήση γεμάτη Έλληνες που σε χαιρέταγαν και νόμιζαν μάλλον ότι είσαι μια αγενής πόρνη που τους αγνοεί. Ενώ στην πραγματικότητα απλά δεν ήθελες να τους καλύψεις με φτηνό γαμήλιο κρασί.

Κυριακή έφτασες πίσω, Δευτέρα έπρεπε να είσαι δουλειά για training. Τι θα γίνει άμα πέσει κανένας στην πισίνα, αν πνιγεί κανείς τρώγοντας τοστ και φασόλια, ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ αν ο Κθούλου αποφασίσει να αναδυθεί από τα νερά του Πόρτομπελο;

Για την ώρα δε θα γίνει τίποτα, γιατί δεν είσαι πια 18, είσαι σχεδόν 28 και το αλκοόλ κάνει 30 μέρες να φύγει από το αίμα σου, όσο ορκίζεσαι πως για το θεό από δω και πέρα μόνο χυμό ροδάκινο.


I had a dream, uncertain, like fables shrouded in the past. I was standing and pain took over me and my skin felt like it was burning, like it was going to split open. My ribcage was getting crushed as the air was rushing out of my lungs and the metallic taste of blood flooded my mouth.

And my eyes grew bigger while I had to cover my ears with my palms so I couldn’t hear. My body wasn’t my body anymore.

Branches started coming out of my back, tearing my skin, my meat, my muscles. Branches and twigs emerged from every part of my body. Roots grew from my feet and pinned me down to the ground. The weight made me kneel, waving arms like I was flying when in reality I was only dying.

Leaves grew on my shoulder blades and more roots kept my body closer to the ground.

My ribcage exists no more, there are branches and twigs growing taller and taller, thicker and thicker, strong like giants and the only sound I can hear is my cracking bones, my popping veins, my organs getting smashed turning into a pulp inside me. I’m throwing up flowers and soil, I rest my forehead on the ground because my neck can’t hold my head anymore.

I knew, I realised where all this pain came from. I was not myself anymore, I was rooted in this world for an eternity.

And I’m not me anymore. I have branches, leaves, flowers and roots. I am not like other people anymore.


The Airport – A Horror Story

San woke up dizzy. What time was it?

She hurried and turned on her mobile. It was 6 o’clock.

She wasn’t really late but she should get ready quickly anyway if she didn’t want to miss her flight. She arranged a cab to come and pick her up in 6.30.

She dragged her suitcase out of home and sat to the pavement, even on these spring days, it was cold in the morning.

The cab arrived. She stood up. The cab driver didn’t come out to help her.

“Rude…” she thought and tried to lift her heavy luggage in the boot. Her arms were still so stiff from last night’s sleep. Her head was blurry and she was thinking of all the things she should take care of as soon as she got to London.

First was how she was going to get to the hotel? It was her first time travelling alone without any friends.

“Awful…” she said as soon as she got in the taxi. She didn’t mean to say that out loud so she hurried to explain to the taxi driver that she was only talking about her travelling and not his taxi which was awful as well but she didn’t say that of course.

The taxi driver didn’t seem to mind her at all, he didn’t even bother to take a look at her. He started the car and drove away. She turned and placed her head against the window and starred outside, she tried to take a quick look of the driver but his face was covered by the darkness.

“Awful…” she whispered this time. Continue reading

The Cage

As they walk down the corridor their eyes meet. It’s been a while, the sudden glimpse in their eyes, the soft smiles, the stretch of their bodies indicate the sparkle. As she pushes the elevator call button he stands behind feeling her hair almost too close to his face, if he inhales he could smell her scent, a nice scent, the scent of skin, flowers, mixed with perfume and shampoo. As the elevator’s door opens in front of them they both feel like they are stepping in a cage, in a few seconds they are gonna be alone, trapped, like little birds that can escape no matter how hard they try. As they step in he brings her arm above her shoulder in a try to be polite.

-“Which floor miss?”

-“I’m going to the second, please.”

He presses 2 and 6. He wishes she saw his floor, that probably she might visit him too, maybe walk around the floor just to see him, maybe he can get down on the second soon and ask her to join him for lunch, if only he had the courage. His arm is back down, hanging like a paralyzed limb, his legs are feeling useless too, shaking a little bit.

She can feel his eyes traveling across her back, further down and further up again. She turns her head a little just to see over her shoulder, imagining his breath on her collarbone, a pounding heart. She turns around, he freezes, his fingers imaginary tracing her lips, what would she do if he pulled her closer? if he let his lips wander and explore hers? He…

Her eyes darken as a computerized voice announced “Second floor”.


“Have a nice day..”

The cage was finally open and their tiny little love could not hurt them anymore.

Μωρή κοντούλα λεμονιά

Είναι πρωί Τετάρτης και βλέπεις RuPaul’sDragRace και την αλήθεια σου θα τηνε πεις έτσι λίγο under dressed νιώθεις ξαφνικά και τρέχεις να φορέσεις ένα φτερό, μια πούλια, έναν αυγερινό πάνω από τη dino pyjama σου. Γιατίthose girls have more game than you’ll ever have. Φάση πέφτει χάμω η άλλη η φάμπιουλους με φόρεμα γοργόνα κάνει στροφή και ξανασηκώνεται πάνω στο δωδεκάποντο… πέφτεις εσύ ανοίγεις κρατήρα.

Γενικά δεν κεκλοφορείς στο δρόμο και πέφτουν σα τις μύγες δεξιά κι αριστερά. Μάλλον γιατί είσαι θεόκοντη και δε σε βλέπουν αλλά το να είσαι κοντός έχει και τα καλά του.

ShortPeopleProblems-36241 Continue reading

Φοβού τους Δαναούς, τους σοκολάτες μη φέροντες.

Η συγκατοίκηση δεν είναι εύκολο πράγμα, ιδιαίτερα όταν κι οι δύο πάσχετε από μηεινουμεχωρίςκαλτσοφοβία, δηλαδή κάποια στιγμή στη ζωή σας κι οι δυο αποφασίσατε ότι δεν έχετε αρκετές κάλτσες, ότι θα ξεσπάσει πόλεμος και δε θα μπορείτε να αγοράσετε κάλτσες, ότι μια μέρα κάποιος θα απαγάγει τη μάνα σας και θα σας ζητήσει τα λύτρα σε κάλτσες. Οπότε στην ένωση απάνω γέμισε το σπίτι κάλτσες, ανοίγεις το συρτάρι….κάλτσες, ανοίγεις το ντουλάπι της κουζίνας….κάλτσες, ανοίγεις την τηλεόραση…κάλτσες.

large (9)

Continue reading

Εκεί στη γαλαρία λίγη ησυχία. . .

Δεν έχεις ακούσει λίγα σε αυτή τη ζωή. Από γκομενάκια να σου λένε «μου πέφτεις λίγη» μέχρι γκομενάκια να μου λένε «παντρέψουμε» (ο νηστικός καρβέλια ονειρεύεται).

Γενικά μερικές φορές λες «Άλλη μια μαλακία να ακούσω, για το θεό Μπον Σκοτ θα κάνω φόνο με το κουταλάκι του γλυκού, με ένα καρότο, τραγουδώντας να ζήσω ή να πεθάνω σε ένα φλαμένγκο απάνω.»

Θυμήθηκες τη γιαγιά μιας φίλης σου που είχες πάει μια φορά επίσκεψη και είπε «Μη στεναχωριέσαι,. Εμείς έχουμε μια γνωστή, άσχημη αλλά καταπληκτική κοπέλα, έξυπνη και ξέρεις τι ωραίο παλικάρι βρήκε; Εξαίρετο» και χαμογέλαγες εσύ γιατί εκείνη τη στιγμή σκεφτόσουν «Άχα, καλέ με συμπαθούν και το λένε, κι εγώ θα βρω κάποιον τότε κι ας είμαι άσχημη». Από τότε, κι όποτε άκουγες τέτοια τύπου σχόλια αντί να τους πετάς ένα μανταρίνι στο κεφάλι, έγνεφες καταφατικά στις ιστορίες και το μόνο που έκανε register στο κεφάλι σου ήταν «κι εγώ θα βρω κάποιον κι ας είμαι άσχημη.» Και πρέπει να φτάσεις στα 26 για να απαντήσεις όταν κάποιος πετάξει τέτοια κοτσάνα «Αχ – δηλαδή εγώ είμαι άσχημη; Και τι σημαίνει άσχημος; Θα έλεγες ποτέ σε ένα παιδάκι με μεγάλα αυτιά και μεγάλη μύτη δηλαδή ότι είναι άσχημο; Μπράβο. Ωραία συμπεριφορά».


Continue reading

Συνέντευξη με έναν μπετόβλακα

Κανονικά σε τόσες συνεντεύξεις που έχω πάει θα έπρεπε να μπαίνω μέσα με τέτοια σιγουριά που όχι μόνο να μου δίνουν τη δουλειά αλλά και τα κλειδιά της πόλης και μια πρόσκληση για το πριβέ πάρτυ του Γιάννη του Ντεπ. Αντ’αυτού, τρέμω τόσο πολύ που βγαίνουν στο BBC κι ανακοινώνουν σεισμό στο Έντιμπαρα.

large (2) Continue reading